ΝΟΜΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Δικαιοπραξίες (Εικονικότητα-Πλάνη-Απάτη-Απειλή)


Προαπαιτούμενα του κύρους των δικαιοπραξιών
Έννοια: Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας για να είναι αυτή έγκυρη.
Ποια είναι τα προαπαιτούμενα του κύρους
1. Δικαιοπρακτική ικανότητα
2. Μη αντίθεση της δικαιοπραξίας στο νόμο και τα χρηστά ήθη
3. Εξουσία διαθέσεως στις εκποιητικές δικαιοπραξίες
4. Τήρηση του απαιτούμενου συστατικού τύπου
5. Έλλειψη διάστασης δηλώσεως – βουλήσεως και έλλειψη ελαττωμάτων της βουλήσεως

 Θα ασχοληθούμε με το προαπαιτούμενο αριθμός 5 και ειδικότερα
α. Ηθελημένη διάσταση = εικονικότητα
β. Ακούσια διάσταση = πλάνη στη δήλωση
γ. Ελαττώματα της βούλησης = πλάνη στη βούληση, απάτη και απειλή

Εικονικότητα
I. Έννοια: Σύμφωνα με το άρθρ. 138 παρ.1 ΑΚ “Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη”.Παράδειγμα: Ο Α, για να αποφύγει τους δανειστές του, συμφωνεί με τον αδελφό του Β να του μεταβιβάσει το διαμέρισμά του μόνο φαινομενικά, έτσι ώστε να φαίνεται προς τα έξω ως κύριος ο Β. Για να είναι άκυρη λόγω εικονικότητας μια δικαιοπραξία πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω:
II. Προϋποθέσεις
1. Δήλωση βούλησης τα έννομα αποτελέσματα της οποίας ο δηλών δεν θέλει να επέλθουν στην πραγματικότητα
2. Δικαιοπραξία δεκτική εικονικότητας. Δεν επιδέχονται εικονικότητα ο γάμος, η υιοθεσία κλπ. Αμφισβητείται αν οι μονομερείς μη απευθυντέες δικαιοπραξίες πχ διαθήκη επιδέχονται εικονικότητα.
3. Γνώση της εικονικότητας από τρίτο πρόσωπο, εκτός δηλαδή από τον εικονικά δηλούντα αμφ. (κρ. υπέρ Γεωργιάδης, Δωρής = στενή έννοια εικονικότητας, κατά Παπαντωνίου, Σπυριδάκης, Φίλιος = ευρεία έννοια εικονικότητας) Βλ. παρακάτω κρυψιβουλία
Παραδείγματα:
1. Στο παραπάνω παράδειγμα, αν ο Β δεν γνωρίζει την εικονικότητα του Α, κατά την κρ. άποψη αποκτά την κυριότητα του ακινήτου, αφού προϋπόθεση της ακυρότητας λόγω εικονικότητας είναι η γνώση του τρίτου – εδώ του αντισυμβαλλομένου του εικονικά δηλούντος, δηλ. του Β. Κατά τους οπαδούς της ευρείας έννοιας της εικονικότητας είναι άκυρη η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας, όμως όπως θα δούμε παρακάτω, ο Β, ως καλόπιστος, προστατεύεται. Συνεπώς και με τις δύο απόψεις καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα = ο Β γίνεται κύριος.
2. Η Α, αλλοδαπή υπήκοος, για να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα, παντρεύτηκε τον Έλληνα Β. Οι Α και Β συμφώνησαν με ιδιωτικό έγγραφο, ότι ο γάμος τους είναι εικονικός και ότι καμιά σχέση δεν θα υπάρχει ανάμεσά τους. Δυο χρόνια μετά την τέλεση του γάμου πέθανε ο Β. Μόλις η Α πληροφορήθηκε το θάνατό του, ζήτησε το μερίδιό της από την κληρονομία, αλλά τα αδέλφια του Β υποστήριξαν ότι ο γάμος Α και Β είναι εικονικός και συνεπώε άκυρος. Η διαφορά έφτασε στο δικαστήριο. Πώς θα κρίνει το δικαστήριο και γιατί; (Πρακτικό αρ. 31 από Ι. Σπυριδάκη, Πρακτικά θέματα Αστικού Δικαίου Γενικές Αρχές 1982)
III. Συνέπειες:
Απόλυτη ακυρότητα της εικονικής δήλωσης. Προσοχή: Περιορισμός της ακυρότητας. ΑΚ 139 “Η εικονικότητα δεν βλάπτει αυτόν που συναλλάχθηκε αγνοώντας την”. Τι σημαίνει δεν βλάπτει; Απαγορεύεται η επίκληση της ακυρότητας απέναντι στον καλόπιστο τρίτο = η εικονική δικαιοπραξία απέναντι στον καλόπιστο τρίτο είναι έγκυρη.
Παράδειγμα: Ο Π πωλεί και μεταβιβάζει εικονικά ένα ακίνητό του στον Α, που γνώριζε την εικονικότητα. Ο Α στη συνέχεια πωλεί και μεταβιβάζει το ακίνητο αυτό στον Γ, ο οποίος αγνοούσε την εικονικότητα της πώλησης και μεταβίβασης από τον Π στον Α. Ο Γ απέκτησε την κυριότητα στο ακίνητο (από μη κύριο!), γιατί ως συναλλασσόμενος που αγνοούσε την εικονικότητα προστατεύεται βάσει της ΑΚ 139. Η ακυρότητα λόγω εικονικότητας δεν αντιτάσσεται εναντίον του.
IV. Είδη εικονικότητας
1. Απόλυτη, όταν η εικονικότητα δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία την οποία θέλησαν τα μέρη πχ, ο Π πωλεί και μεταβιβάζει στην αδελφή του Α εικονικά ένα από τα ακίνητά του, για να μειώσει το φόρο ακίνητης περιουσίας.
2. Σχετική, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη την οποία θέλησαν τα μέρη πχ ο Π θέλει να δωρίσει στον ανιψιό του Α ένα οικόπεδο, για φορολογικούς όμως λόγους δηλώνει ότι του το πωλεί (εικονική είναι η πώληση – καλυπτόμενη η δωρεά). Κατά την ΑΚ 138 παρ.2 η ηθελημένη καλυπτόμενη δικαιοπραξία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται από το νόμο για τη σύστασή της. Έννοια. Ειδικά το πρόβλημα του τύπου. Διχογνωμία ως προς το εάν απαιτείται η πραγματική βούληση να περιβληθεί τον νόμιμο για την καλυπτόμενη τύπο: κρ. η άποψη -και στη νομολογία- ότι δεν απαιτείται και ότι απλώς αρκεί η τήρηση του απαιτούμενου από το νόμο τύπου. Παράδειγμα: Ο Α αγόρασε ένα ακίνητο από τον Π, στο συμβόλαιο όμως εμφανίστηκε ως αγοράστρια η Σ, σύζυγος του Α. Σχετική εικονικότητα. Η Σ δεν απέκτησε κυριότητα (ΑΚ 138). Το ερώτημα αν απέκτησε κυριότητα ο Α εξαρτάται από τη θέση που θα λάβει κανείς στο ως άνω εριζόμενο θέμα. Κατά την κρ. άποψη ναι, είναι αρκετό το ότι τηρήθηκε ο απαιτούμενος για τη δωρεά τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Δεν απαιτείται να προκύπτει μέσα από το συμβόλαιο η δήλωση περί δωρεάς.
V. Κρυψιβουλία
Έννοια: περίπτωση όπου ο δηλών προβαίνει σε δήλωση βούλησης την οποία ενδιάθετα δε θέλει= μονομερής εικονικότητα = οι τρίτοι δεν γνωρίζουν την επιθυμία του δηλούντος να μην ισχύσει η δήλωση της βούλησής του.
Συνέπειες: Κατά την κρ άποψη (στενή έννοια εικονικότητας) εφαρμόζονται οι ΑΚ 138, 139 αναλ. = αυτός που αγνοεί την κρυψιβουλία προστατεύεται = η δήλωση βούλησης είναι ισχυρή
Κατά τους οπαδούς της ευρείας έννοιας της εικονικότητας: κρυψιβουλία = εικονικότητα→ΑΚ138, 139 ευθέως
Παράδειγμα: Ο Α δωρίζει στην Β ακίνητό του μόνο κατά το φαινόμενο, ενώ στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί τη δωρεά. Η Β δεν γνωρίζει την ενδιάθετη βούληση του Α να μην ισχύσει η δικαιοπραξία. Πρόκειται για κρυψιβουλία, ενδιάθετη επιφύλαξη. Και υπό τις δύο διαφορετικές απόψεις οδηγούμαστε στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατά τη στενή έννοια της εικονικότητας η δωρεά είναι έγκυρη ΑΚ 138, 139 αναλ. Κατά την ευρεία έννοια της εικονικότητας η δήλωση του Α είναι άκυρη κατά το άρθρ. ΑΚ 138 προστατεύεται όμως η Β, αφού κατά το άρθρ. ΑΚ 139 η ακυρότητα της δωρεάς δεν την βλάπτει.
Πλάνη
Έννοια: Άγνοια, εσφαλμένη γνώση της πραγματικότητας. Συγκρουόμενα συμφέροντα: αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας (απαιτεί την αποδέσμευση του πλανηθέντος), αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών (απαιτεί τη διατήρηση του κύρους της δικαιοπραξίας). Λύση του νομοθέτη → η πλάνη μόνο υπό προϋποθέσεις επηρεάζει το κύρος της δικαιοπραξίας.
Ο ΑΚ αναγνωρίζει δύο είδη πλάνης:
1. Πλάνη στη δήλωση = Ακούσια διάσταση ανάμεσα στη βούληση και τη δήλωση
2. Πλάνη στη βούληση (ή πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης)= Ελαττωματικός σχηματισμός της βούλησης λόγω πλάνης
Παραδείγματα: πλάνης στη δήλωση: Ο βιβλιοπώλης Β στην παραγγελία βιβλίων σε εκδοτικό οίκο αντί να γράψει 10 γράφει 100,  η Δ παρέχει εγγύηση και αγνοώντας τον όρο ένσταση δίζησης, δηλώνει ότι παραιτείται από αυτήν.  
πλάνης στη βούληση: ο Α αποφασίζει να αγοράσει ένα ακίνητο, γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα ενταχθεί σύντομα στο σχέδιο πόλεως, η Β αγοράζει επίχρυσο δακτυλίδι, επειδή εσφαλμένα πιστεύει ότι είναι χρυσό. 
Η πλάνη δεν αρκεί για να καταστήσει τη δικαιοπραξία ελαττωματική. Πρέπει να συντρέχουν και κάποιες επιπλέον προϋποθέσεις, πρέπει η πλάνη να είναι ουσιώδης.
Προϋποθέσεις ακυρωσίας
1. Πλάνη
2. Ουσιώδες της πλάνης  Πότε όμως είναι η πλάνη ουσιώδης; Οι προϋποθέσεις του ουσιώδους ρυθμίζονται ξεχωριστά για κάθε ένα από τα δύο είδη πλάνης
2α. Πλάνη στη δήλωση ΑΚ 140, 141  =  αντικειμενικό και υποκειμενικό κριτήριο Προσοχή: Με την πλάνη στη δήλωση η ΑΚ 146 εξομοιώνει την εσφαλμένη διαβίβαση δήλωσης πχ ο Α δηλώνει 100 και ο ΟΤΕ διαβιβάζει εσφαλμένα 1000
2β. Πλάνη στη βούληση: ΑΚ 143 Καταρχήν είναι επουσιώδης βλ. όμως παρακάτω για το δικαιοπρακτικό θεμέλιο = δεν επηρεάζει το κύρος της δικαιοπραξίας, η δικαιοπραξία είναι έγκυρη. Εξαίρεση: Πλάνη ως προς τις ιδιότητες (πχ  το έτος κατασκευής και ο κυβισμός αυτοκινήτου, η ύλη πχ χρυσός από την οποία κατασκευάστηκε κόσμημα, το άρτιο και οικοδομήσιμο οικοπέδου, η φερεγγυότητα του οφειλέτη, το πρόσωπο του δημιουργού ζωγραφικού πίνακα, όχι όμως και η αξία του πράγματος ) ΑΚ 142 = αντικειμενικό και υποκειμενικό κριτήριο
3. Αρνητική προϋπόθεση: Προσοχή: ΑΚ 144. Η ακύρωση αποκλείεται αν i. ο άλλος δέχεται τη δήλωση, όπως την εννοεί ο πλανώμενος πχ  ο Π δηλώνει ότι πωλεί με τιμή 100 Ευρώ ενώ επιθυμεί 120 και ο αντισυμβαλλόμενος δέχεται με 120  ii. αυτή αντιβαίνει στην καλή πίστη πχ ο πλανηθείς πωλητής οικοπέδου επικαλείται ουσιώδη πλάνη του, αφού ο αγοραστής ανήγειρε πολυώροφη οικοδομή σε αυτό.
Συνέπειες
1. Η δικαιοπραξία καθίσταται ακυρώσιμη. Για την έννοια βλ. παραπάνω.
2. Ο πλανηθείς υποχρεούται να ανορθώσει τη ζημία που προξένησε η ακύρωση (ΑΚ 145)
    εκτός αν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλάνη.
Τι συμβαίνει όταν πλανώνται και οι δύο συμβαλλόμενοι (διμερής πλάνη);
α. Διμερής στη δήλωση i. ετεροειδής → η δικαιοπραξία  μπορεί να ακυρωθεί από κάθε μέρος ii  ομοειδής = falsa demonstratio → η δικαιοπραξία ισχύει με το ηθελημένο από τα δύο μέρη περιεχόμενο, η σύμβαση δεν ακυρώνεται.
β. Διμερής στη βούληση. i. ετεροειδής → κανένα από τα μέρη δεν μπορεί να ακυρώσει .ii. ομοειδής = αν τα πεπλανημένα παραγωγικά αίτια συνιστούν δικαιοπρακτικό θεμέλιο = αν οι δικαιοπρακτούντες έθεσαν τα γεγονότα αυτά ως βάση, ως όρο για την ισχύ της δικαιοπραξίας προσοχή όχι ως αίρεση, γιατί αν είχαν εξαρτήσει τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας από τα πεπλανημένα παραγωγικά αίτια, η θα εφαρμόζονταν οι ΑΚ 201επ και όχι η θεωρία του δικαιοπρακτικού θεμελίου → ΑΚ 288, 388 αναλ. ή κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της σύμβασης για πλάνη. Η θεωρία του δικαιοπρακτικού θεμελίου παρουσιάζει δυσκολίες και θα τη διδαχθείτε εκτενέστερα στο β΄ έτος των σπουδών σας. 
Παραδείγματα:Οι Α και Β καταρτίζουν πώληση μετοχών στηριζόμενοι στην αναγραφείσα σε εφημερίδα τιμή 10. Η πραγματική όμως τιμή της μετοχής είναι 20. Πρόκειται για έλλειψη δικαιοπρακτικού θεμελίου - Οι δηλούντες χρησιμοποιούν εσφαλμένα τον όρο χρησιδάνειο αντί μίσθωση, την οποία πράγματι επιθυμούν. Καταρτίζεται μίσθωση, συνεπώς δεν υφίσταται λόγος ακύρωσης (falsa demonstratio non nocet.).
Απάτη
Προϋποθέσεις
1.Παραπλάνηση = πρόκληση ή ενίσχυση πλάνης
2.Δόλος εκείνου που ασκεί την απάτη = ο εξαπατών πρέπει να έχει την πρόθεση να εξαπατήσει
3. Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην παραπλάνηση και τη δήλωση βούλησης του εξαπατηθέντος
Αν η εξαπάτηση έγινε από τρίτο εκτός από τις παραπάνω προϋποθέσεις απαιτείται και:
4. Ο λήπτης της δήλωσης (πχ ο αντισυμβαλλόμενος) ή ο τρίτος που αμέσως απέκτησε δικαίωμα από τη δικαιοπραξία του εξαπατηθέντος (πχ ο τρίτος δικαιούχος στην ασφάλιση ζωής) να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει την απάτη ή  (ΑΚ 147 β΄). Παρά τη διατύπωση της διάταξης η έννοια του τρίτου είναι στενή, σημαίνει μόνο το πρόσωπο που δεν ενεργεί για τον ένα από τους συναλλασσόμενους.
Συνέπειες
1. Η δικαιοπραξία καθίσταται ακυρώσιμη. Για την έννοια βλ. παρακάτω.
2. Ο εξαπατηθείς παράλληλα με την ακύρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 914επ ΑΚ (149 α΄)
3. Ο εξαπατηθείς δικαιούται να ζητήσει μόνο αποζημίωση και να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία (149 β΄ ΑΚ).
Παραδείγματα:
1. Ο Κ, κύριος αγροτικής έκτασης την οποία ενδιαφέρεται να πωλήσει, πείθει ψευδώς τον υποψήφιο αγοραστή Α ότι δήθεν σύντομα θα κατασκευαστεί στην περιοχή κεντρικός δρόμος που θα ανεβάσει την αξία των ακινήτων της περιοχής. Ο Α πείθεται και αγοράζει το εν λόγω ακίνητο. Όταν ο Α ανακαλύπτει την απάτη, μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της πώλησης λόγω απάτης (ΑΚ 147). Προσοχή: Δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση λόγω πλάνης (πλάνη ως προς τα παραγωγικά αίτια ΑΚ 143) 
2. Ο Μ, μεσίτης του Π, ο οποίος ενδιαφέρεται να πωλήσει ένα διαμέρισμά του, εξαπατά τον Α, ο οποίος πείθεται και αγοράζει το διαμέρισμα. Ο Μ, σύμφωνα με τη στενή έννοια του τρίτου, δεν είναι τρίτος σε σχέση με τον Π, συνεπώς ο Α μπορεί να ακυρώσει την πώληση του διαμερίσματος χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 147 β΄. Αν στο παραπάνω παράδειγμα ο Μ ήταν μεσίτης του Α και τον εξαπατούσε, ο Α θα μπορούσε να ζητήσει ακύρωση, μόνο αν στο πρόσωπο του Π συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 147 β΄, δηλαδή αν ο Π γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.
3.Ο Ο, που ενδιαφέρεται να λάβει δάνειο από  τη τράπεζα Τ, παραπλανά τον Ε να συνάψει εγγύηση υπέρ του με την Τ. Ο Ε πείθεται. Ο Ο, που μετήλθε την απάτη, είναι τρίτος στη σύμβαση εγγύησης, συνεπώς ο Ε μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της εγγύησης, μόνο αν συντρέχουν στο πρόσωπο της Τ οι προϋποθέσεις της ΑΚ 147 β΄.
Απειλή

Προϋποθέσεις
1. Εξαγγελία βλάβης της προσωπικότητας ή της περιουσίας του απειλούμενου ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του, αν ο απειλούμενος δεν προβεί σε δήλωση βούλησης. Η εξαγγελία της βλάβης πρέπει επιπλέον να έχει βαρύτητα (να προξενεί φόβο) και αμεσότητα (να εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο) και να είναι παράνομη ή αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΚ 150, 151).
2. Αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην απειλή και τη δήλωση βούλησης του απειληθέντος = πρέπει η απειλή να εξανάγκασε τον απειλούμενο σε δήλωση βούλησης (ΑΚ 150).
Συνέπειες
1. Η δικαιοπραξία καθίσταται ακυρώσιμη. Βλ. παρακάτω
2. Ο απειληθείς παράλληλα με την ακύρωση έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 914επ ΑΚ (152 α΄ ΑΚ)
3. Ο απειληθείς δικαιούται να ζητήσει μόνο αποζημίωση και να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία (152 β΄ ΑΚ).
Παραδείγματα
1. Η Μ, μητέρα της Θ, ύστερα από απειλή του Α, με τον οποίο συζούσε η Θ, ότι θα ενδώσει σε γάμο, μόνο αν η Μ του μεταβιβάσει ένα ακίνητο, μεταβίβασε ακίνητο στον Α. Η μεταβίβαση είναι ακυρώσιμη κατά τα άρθρ. 150 επ. ΑΚ (ΕφΠειρ 21/1999 ΕλλΔνη 1999, 1760)
2.Ο Α απειλεί το γείτονά του Β ότι αν δεν του δωρίσει ένα χρηματικό ποσό, θα καταγγείλει στην Πολεοδομία οικοδομικές παραβάσεις στο ακίνητο του Β. Ο Β ενδίδει. Η δωρεά είναι ακυρώσιμη. Η καταγγελία είναι μεν νόμιμη, η συσχέτισή της όμως με τη δωρεά την καθιστά αντίθετη στα χρηστά ήθη.
3. Ο Α απειλεί τον Β ότι θα τον σκοτώσει για λόγους εκδίκησης. Ο Β, φοβούμενος για τη ζωή του, πωλεί και μεταβιβάζει στον Γ το μοναδικό ακίνητό του για να φύγει στο εξωτερικό.  Η πώληση του ακινήτου στον Γ είναι έγκυρη (βλ παραπ. προϋπόθεση 1). Ο μετερχόμενος την απειλή πρέπει να έχει σκοπό να οδηγήσει τον απειλούμενο σε τέτοια ψυχολογική κατάσταση ώστε αυτός να προβεί στη δήλωση βούλησης.

συγγραφέας: Ελισάβετ Οικονομίδου-Πούλου

Ελαττώματα των Δικαιοπραξιών


ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια δικαιοπραξία δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της, επειδή παρουσιάζει κάποιο ελάττωμα. Διακρίνουμε τις εξής μορφές παθολογικών δικαιοπραξιών:
1. Ανυπόστατες
2. Ανενεργείς
3. Άκυρες
4. Ακυρώσιμες
1. ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ
Έννοια: Είναι δικαιοπραξίες των οποίων λείπουν ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού τους (τα essentialia negotii) πχ μίσθωση χωρίς να ορίζεται το αντικείμενο της μίσθωσης.
Συνέπειες: Οι ανυπόστατες δικαιοπραξίες είναι ανύπαρκτες. Δεν υφίστανται καν ως δικαιοπραξίες.

2. ΑΝΕΝΕΡΓΕΙΣ
Έννοια: Είναι δικαιοπραξίες για την ολοκλήρωση των οποίων απαιτείται η συνδρομή ορισμένων ακόμη στοιχείων, τα οποία δεν είναι βέβαιο αν θα συμπληρωθούν πχ μεταγραφή μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου ΑΚ 1033,  η έγκριση τρίτου ΑΚ 236.
Συνέπειες: Μέχρι να συμπληρωθούν τα στοιχεία που λείπουν, το κύρος των δικαιοπραξιών αυτών είναι μετέωρο -αν συμπληρωθούν η δικαιοπραξία καθίσταται έγκυρη και αναπτύσσει όλη της την ενέργεια- αν καταστεί βέβαιο ότι δεν θα συμπληρωθούν ποτέ η δικαιοπραξία καθίσταται άκυρη.

3. ΑΚΥΡΕΣ
Έννοια: Άκυρη είναι η δικαιοπραξία που έχει την εξωτερική μορφή δικαιοπραξίας, δεν παράγει όμως  τα έννομα αποτελέσματά της λόγω κάποιου ελαττώματος που έχει εμφιλοχωρήσει σε αυτήν.
Λόγοι ακυρότητας: Πολλοί (πχ έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας, παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο, εικονικότητα). Ο νόμος με ειδικές διατάξεις προβλέπει την ακυρότητα δικαιοπραξίας.
Είδη ακυρότητας
1. Απόλυτη (η ακυρότητα που τάσσεται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, μπορεί να επικαλεσθεί οιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο πχ ΑΚ 174) – Σχετική (η ακυρότητα που τάσσεται για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, μπορεί να την επικαλεστεί μόνο το πρόσωπο υπέρ του οποίου τάσσεται και το δικαστήριο την λαμβάνει υπόψη μόνο αφού προταθεί πχ ΑΚ 131 παρ. 1)
2. Ολική (όταν ολόκληρη η δικαιοπραξία είναι άκυρη) - Μερική (όταν μέρος της δικαιοπραξίας είναι άκυρο). Ερώτημα: Επηρεάζει η ακυρότητα του μέρους το κύρος ολόκληρης της δικαιοπραξίας; Μόνο αν συνάγεται ότι τα μέρη, αν γνώριζαν την ακυρότητα, δεν θα είχαν καταρτίσει τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος ΑΚ 181)
Παραδείγματα μερικής ακυρότητας: δανειακή σύμβαση με τοκογλυφικό επιτόκιο, συστατική πράξη ιδρύματος την οποία υπογράφουν 25 πρόσωπα από τα οποία ένα είναι δικαιοπρακτικά ανίκανο, πώληση ακινήτου με τίμημα στο ήμισυ της  πραγματικής αξίας του αλλά για κάλυψη της διαφοράς ανάληψη υποχρέωσης από τον αγοραστή να κλείσει το κατάστημά του για είκοσι χρόνια
Πρακτικό: Ο 17ετής Α συμφωνεί με τον Π την αγορά ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Όταν ο Α προσέρχεται στο κατάστημα του Π για να παραλάβει τον υπολογιστή, ο Π του ανακοινώνει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να του τον παραδώσει γιατί η πώληση ήταν άκυρη λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του Α. Ερωτάται: Έχει δίκιο ο Π; Απάντηση: Η πώληση πράγματι είναι άκυρη (ΑΚ 127, 130). Η απάντηση όμως στο ερώτημα αν δικαιούται ο Π να επικαλεστεί την ακυρότητα αυτή εξαρτάται από ποια γνώμη θα ακολουθήσουμε ως προς τον χαρακτηρισμό της ακυρότητας ως απόλυτης ή σχετικής. Αν συνταχθούμε με την κρατούσα άποψη που δέχεται την ακυρότητα αυτή ως απόλυτη ναι, έχει δίκιο ο Π αρνούμενος να παραδώσει τον υπολογιστή. Αν ακολουθήσουμε την αντίθετη άποψη ότι δηλαδή πρόκειται για σχετική ακυρότητα, ο Π δεν μπορεί να την επικαλεστεί. Μόνο ο ανήλικος Α , υπέρ του οποίου τάσσεται η ακυρότητα, δικαιούται να την επικαλεστεί.
Θεραπεία ακυρότητας: Είναι δυνατή, εφόσον το προβλέπει ο νόμος, σε εξαιρετικές περιπτώσεις πχ ΑΚ 498 παρ.2  (ίαση με παράδοση του κινητού της άκυρης λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου δωρεάς κινητού ) ή εφόσον ο δικαιούμενος να επικαλεστεί σχετική ακυρότητα παραιτηθεί από το δικαίωμα επίκλησής της. 
Μετατροπή = Η αλλαγή του νομικού χαρακτήρα άκυρης δικαιοπραξίας, ώστε η άκυρη δικαιοπραξία να ισχύσει υπό διαφορετική όμως νομική μορφή, που καλύπτει παρεμφερές περιεχόμενο ΑΚ 182Προϋποθέσεις i. η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει τα στοιχεία έγκυρης ii. τα μέρη να αγνοούν την ακυρότητα και iii. τα μέρη να ήθελαν την άλλη δικαιοπραξία, αν γνώριζαν ότι κατάρτιζαν άκυρη δικαιοπραξία. Παράδειγμα: Οι συμβαλλόμενοι καταρτίζουν σύμβαση μεταβίβασης της επικαρπίας η οποία κατά το άρθρ. 1166 α΄ ΑΚ απαγορεύεται, συνεπώς είναι άκυρη. Η άκυρη μεταβίβαση της επικαρπίας μπορεί όμως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρ. 182 ΑΚ να ισχύσει ως έγκυρη μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας, την οποία επιτρέπει ο νομοθέτης ΑΚ 1166. β΄.
Επικύρωση =Η επανακατάρτιση  άκυρης δικαιοπραξίας , όταν δεν συντρέχει πλέον λόγος ακυρότητας, με τη βούληση των μερών να επικυρώσουν την άκυρη δικαιοπραξία → Η επικύρωση ενεργεί για το μέλλον ΑΚ 183 παρ.1.

4. ΑΚΥΡΩΣΙΜΕΣ
Έννοια: Ακυρώσιμη είναι η δικαιοπραξία η οποία λόγω κάποιου ελαττώματος παράγει μεν τα έννομα αποτελέσματά της, μπορεί όμως να ακυρωθεί (ανατραπεί) με δικαστική απόφαση, οπότε εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη ΑΚ 184.
Λόγοι ακυρωσίας Πλάνη, απάτη, απειλή. Επιπλέον σύμφωνα με το ν. 2957/2001 όποιος προβαίνει σε δήλωση βούλησης που επηρεάστηκε από πράξη διαφθοράς έχει δικαίωμα να ακυρώσει τη δικαιοπραξία (Ο νόμος αυτός πάντως είναι εκτός της εξεταστέας ύλης)
Συνέπειες της ακύρωσης Η ακύρωση της δικαιοπραξίας δρα αναδρομικά, ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισής της = ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες της ακυρωθείσας δικαιοπραξίας αναδρομικά και αυτή εξομοιώνεται πλέον με απολύτως άκυρη. Εξαίρεση στην αναδρομική ενέργεια: Η ακύρωση διαρκών συμβάσεων πχ εργασίας που ήδη λειτουργούν δρα  για το μέλλον (ex nunc). Προστασία των τρίτων: Τι γίνεται όμως με τους τρίτους που απέκτησαν δικαιώματα βάσει της μεταγενέστερα ακυρωθείσας δικαιοπραξίας; Αυτοί φαίνονται να θίγονται από την αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας. Ο ΑΚ στο άρθρ. ΑΚ 184 προβλέπει  την προστασία μόνο όσων αποκτούν εμπράγματα δικαιώματα, παραπέμποντας στις ειδικές διατάξεις = εφόσον πρόκειται για κτήση ακινήτου στις ΑΚ 1203 – 1204 και εφόσον πρόκειται για κτήση κινητού στην ΑΚ 1036 (καλόπιστη κτήση κυριότητας κινητού από μη κύριο).
Πρακτικό: Ο Α αγόρασε από τον Β ζωγραφικό πίνακα, τον οποίο λίγο αργότερα πούλησε και μεταβίβασε στον Κ. Ο Β πέτυχε την ακύρωση της μεταβίβασης της κυριότητας του πίνακα στον Α και ζητά από τον Κ, που δικαιολογημένα αγνοούσε πλάνη του Β, την απόδοση του πίνακα. Ερωτάται: Έχει δίκιο ο Β;
Απάντηση: Όχι. Μετά την ακύρωση της μεταβίβασης του ζωγραφικού πίνακα από τον Β στον Α (με τελεσίδικη δικαστική απόφαση) σύμφωνα με το άρθρ. 184 ΑΚ, η κυριότητα του πίνακα επανήλθε στον Β. Όμως, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρ. 184, η ακύρωση της δικαιοπραξίας δε θίγει το εμπράγματο δικαίωμα που ο τρίτος Κ απέκτησε δυνάμει του άρθρ. 1036 ΑΚ.
 Πώς επέρχεται η ακύρωση:  Με τελεσίδικη (διαπλαστική) δικαστική απόφαση ΑΚ 154 α΄ μετά από αγωγή (ή ένσταση) του πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος και των κληρονόμων τους ΑΚ 154 β΄ εντός αποσβεστικής προθεσμίας δύο ετών από τη δικαιοπραξία ή από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή και πάντως εντός είκοσι ετών από τη δικαιοπραξία ΑΚ 157..
Συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας: Όταν μια δικαιοπραξία έχει διάφορα ελαττώματα από τα οποία άλλα την καθιστούν άκυρη και άλλα ακυρώσιμη, γεννάται το πρόβλημα αν επιτρέπεται η ακύρωση της άκυρης δικαιοπραξίας. Το ζήτημα αμφισβητείται = έχουν υποστηριχθεί και οι δύο λύσεις: η καταφατική (συρροή κανόνων δικαίου) και η αποφατική

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ (ΑΚ 173, 200)
Ι. Έννοια: Η διακρίβωση του αληθούς νοήματος της δήλωσης βούλησης → αντικείμενο ερμηνείας είναι οι δηλώσεις βούλησης
ΙΙ. Πότε απαιτείται ερμηνεία της δήλωσης βούλησης;
1. Μόνο όταν δήλωση βούλησης παρουσιάζει ασάφεια. Έτσι η νομολογία
2. Πάντοτε, ακόμη και όταν η δήλωση βούλησης φαίνεται σαφής. Έτσι η θεωρία.
Παράδειγμα: Ομογενής χρησιμοποιεί στη διαθήκη του τον όρο επικαρπία -που δεν παρουσιάζει καμιά ασάφεια- ενώ εννοεί οίκηση
ΙΙΙ. Είδη ερμηνείας:
1. Υποκειμενική = ανεύρεση της αληθούς βούλησης του δηλούντος ΑΚ 173
2. Αντικειμενική = ανεύρεση του νοήματος που αποδίδει στη δήλωση ο μέσος έντιμος άνθρωπος του κύκλου συναλλαγών στον οποίο ανήκει ο αποδέκτης της δήλωσης ΑΚ 200
IV. Ποιο είδος ερμηνείας υπερισχύει;
 Κανένα. Κατά την ερμηνεία γίνεται συγκερασμός τους. Εξαιρέσεις: i. Κατά την ερμηνεία διαθήκης αναζητείται αποκλειστικά η αληθινή βούληση του διαθέτη ii. Η ερμηνεία δήλωσης βούλησης που απευθύνεται σε ευρύ κύκλο προσώπων (πχ καταστατικό σωματείου) γίνεται αποκλειστικά με την αντικειμενική μέθοδο.

συγγραφέας: Ελισσάβετ Οικονομίδου-Πούλου 

Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου (Εισαγωγή)


1ο Μάθημα
Ι. Πηγές του δικαίου
ΑΚ 1: Νόμος   -   Έθιμο
Σύνταγμα άρθρ.28: α. Οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου β. οι διεθνείς συμβάσεις μετά την κύρωσή τους με νόμο γ. κανόνες που παράγονται με το νόμο που προβλέπει το άρθρ. 28 παρ.2 εδ.1 δηλ. το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο – Κανονισμοί
Σύνταγμα άρθρ. 22 παρ.2: Συλλογικές συμβάσεις εργασίας
Διάκριση των πηγών: Πρωτογενείς (άμεσες) – Δευτερογενείς (έμμεσες)

Α. Νόμος
Γραπτός κανόνας δικαίου.= Νόμος υπό ευρεία έννοια Περιλαμβάνονται:
  1. Νόμος υπό στενή έννοια δηλ. κανόνες δικαίου που ψηφίζονται από τη Βουλή κατά την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία.
  2. Κανονιστικές πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας

Β. Έθιμο
Έννοια: Άγραφος κανόνας δικαίου

Προϋποθέσεις:
  1. Άσκηση – μακρά, αδιάκοπη ομοιόμορφη
  2. Πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου
  3. (αμφ.) Το έθιμο να μην προσκρούει στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη

Σχέση νόμου – εθίμου
Ισότιμες πηγές (άρθρ. 1,2 ΑΚ)
Άρθρο 2 ν.δ. 7/10.5.1946 “το έθιμον δεν καταργεί νόμον”
Διχογνωμία ως προς την ερμηνεία – Κρ. άποψη: το έθιμο καταργεί νόμο, δεν μπορεί όμως να καταργήσει κανόνες δημόσιας τάξης (αναγκαστικούς κανόνες). ΟλΑΠ 9/1995 ΕλλΔνη 36, 1520

Παράδειγμα Άτυπη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου από πατέρα στο παιδί του δυνάμει εθίμου στη Θράκη βλ. ΑΠ 943/2000

Νομολογία: ΑΠ 201/2004 ΕλλΔνη 2004, 744 δεν δέχεται ύπαρξη εθίμου περί καθορισμού ωραρίου καταμετρητών στη ΔΕΗ
ΑΠ 58/2000 ΕλλΔνη 2000, 717 δεν δέχεται ύπαρξη εθίμου ότι για τους ομογενείς αλλοδαπούς δεν απαιτείται άδεια εργασίας στην Ελλάδα
ΑΠ 815/1997 ΕλλΔνη 1998, 354 όμοιο περιεχόμενο με την ανωτέρω απόφαση

Γ. Ιεράρχηση των πηγών

Σημασία: i. Για να εφαρμοστεί ένας κανόνας δεν πρέπει να αντίκειται σε ιεραρχικά ανώτερο.
               ii. Η τροποποίηση ή κατάργηση κανόνα πρέπει να γίνεται με ιεραρχικά ισοδύναμο.

Ιεραρχική σειρά
1. Σύνταγμα (αμφ) (93 παρ. 4Σ)
2. Γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου
3. Διεθνείς συμβάσεις μετά την κύρωσή τους από νόμο
4. Κανονισμοί του ευρωπαϊκού δικαίου
5. Νόμοι αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 107 Σ)
6. Νόμοι
7. Κανονιστικές πράξεις της Διοίκησης

Κατά μία γνώμη οι κανόνες στους οποίους αναφέρεται το άρθρ. 28Σ υπερισχύουν του Συντάγματος.


2ο Μάθημα
Ι. Ειδικότερα ο νόμος
Α. Έναρξη ισχύος του νόμου
  1. Τυπική         Από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
  2. Ουσιαστική (έναρξη εφαρμογής) Από την οριζόμενη στο νόμο χρονολογία - άλλως δέκα ημέρες μετά  τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (103 ΕισΝΑΚ)

Αν μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής ισχύος μεσολαβεί χρονικό διάστημα, ο νόμος βρίσκεται σε αδράνεια.
Β. Κατάργηση του νόμου
ΑΚ 2 Ο νόμος .... διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά”.
Τρόποι κατάργησης
  1. Με μεταγενέστερο νόμο (ιεραρχικά τουλάχιστον ισοδύναμο)
  2. Με μεταγενέστερο έθιμο Βλ. όμως παραπάνω σχέση νόμου - εθίμου

Γ. Αναδρομικότητα του νόμου
Ι Αρχή: Ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ (ΑΚ 2)

ΙΙ. Δικαιολογητικός λόγος της αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου: Ασφάλεια των συναλλαγών
Η αρχή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ

ΙΙΙ. Περιορισμοί της εξουσίας του νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική δύναμη στο νόμο. Απαγορεύονται:
1. Αναδρομικοί νόμοι στις περιπτώσεις που ορίζει το Σύνταγμα:
  1. αναδρομικός ποινικός νόμος (7 παρ.1 Σ)
  2. ψευδοερμηνευτικός νόμος (77 παρ. 2 Σ)
  3. αναδρομικός φορολογικός νόμος ισχύος πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε (78 παρ. 2 Σ)
2. Αναδρομικός νόμος που ανατρέπει δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα π.χ. κυριότητα  ΟλΑΠ 1067/1979 ΝοΒ 28, 487

Παράδειγμα
Άρθρο 7 παρ.1 ν.1250/1982 με το οποίο ισχυροποιήθηκαν αναδρομικά όλοι οι πολιτικοί γάμοι Ελλήνων που τελέστηκαν στο εξωτερικό - ακόμη και αν είχαν λυθεί με το θάνατο ενός εκ των συζύγων πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου. Η Α τέλεσε πολιτικό γάμο με τον Β στις Η.Π.Α. Μετά το θάνατό της ο γάμος αυτός ισχυροποιήθηκε με τον παραπάνω νόμο. Η Κ, κόρη των Α και Β,  αναγνωρίστηκε από το δικαστήριο μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος στα κληρονομιαία ακίνητα που κατέλιπε η Α. και αποκλείστηκε ο Β, αν και νόμιμος σύζυγος. Βλ. ΕφΑθ 6761/1984 ΝοΒ 32, 1555

Είδη αναδρομής
  1. Γνήσια (άρθρ. 16 ΕισΝΑΚ) - Μη γνήσια (π.χ. άρθρ. 75 των μεταβατικών διατάξεων  ν. 1329/1983)
  2. Ρητή  -  Σιωπηρή (π.χ. ερμηνευτικοί νόμοι)

Νομολογία
ΟλΑΠ 4/1990 ΕΕΝ 1990, 419 δεν εφαρμόζεται αναδρομικός νόμος που ανατρέπει ιδιοκτησία, στέρηση της οποίας είναι δυνατή μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση και μετά από καταβολή  αποζημίωσης
ΟλΑΠ 7/1990 ΕπΕργΔ 1991, 332 = Δίκη 21, 908 δεν εφαρμόζεται αναδρομικός νόμος που αντίκειται στην δια του άρθρ. 4 παρ.1 Σ καθιερούμενη αρχή της ισότητας



 ΙΙ. Το Αστικό Δίκαιο και οι πηγές του
Έννοια του Αστικού Δικαίου: γενικό ιδιωτικό δίκαιο όλων των προσώπων, όταν ενεργούν σαν ιδιώτες
Πηγές του Αστικού Δικαίου
  1. Αστικός Κώδικας και ο Εισαγωγικός του Νόμος
  2. Ειδικοί Αστικοί Νόμοι
  3. Έθιμο – μόνο όμως αυτό που δημιουργήθηκε μετά την εισαγωγή του ΑΚ (ΕισΝΑΚ 1)  
Αστικός Κώδικας
1. Μορφή και περιεχόμενο: Διαίρεση σε πέντε ενότητες, πέντε βιβλία – αντικείμενο ρύθμισης κάθε βιβλίου
2. Ιστορία σύνταξης: Ο ΑΚ καταρτίστηκε σε σχέδιο από πενταμελή επιτροπή το οποίο επεξεργάστηκε ο Μπαλής. Έναρξη ισχύος 23.2.1946. Μεταγενέστερες τροποποιήσεις.
3. Βασικά χαρακτηριστικά: Αστικός και οικονομικός φιλελευθερισμός


συγγραφέας: Ελισσάβετ Οικονομίδου-Πούλου 

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Πρακτικά φροντιστηριακού μαθήματος στις Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου ΙΙ

ΘΕΜΑ 1ο:

O Δ, διαχειριστής της εταιρίας Ε σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της, αναθέτει εγγράφως στον υπάλληλό της Α, Διευθυντή Προσωπικού αυτής (της Ε), να καταγγείλει νομίμως (ύστερα από καταβολή και της νόμιμης αποζημίωσης) σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που συνδέει την Ε, ως εργοδότρια, με τον Β που ανήκει στο εργατικό δυναμικό της επιχείρησης.

Ερωτάται:

1. Συνιστά η αναφερόμενη στο θέμα καταγγελία δικαιοπραξία και, αν ναι, τι είδους δικαιοπραξία (μονομερή δικαιοπραξία ή σύμβαση); Διευκρινίστε επίσης με την απάντηση σας σε ποιο χρονικό σημείο θεωρείται αυτή καταρτισμένη.

2. Ασκείται με την αναγραφόμενη στο θέμα καταγγελία κάποιο δικαίωμα και, αν ναι διευκρινίστε α) για τι είδους (δηλαδή ποιας κατηγορίας) δικαίωμα πρόκειται και β) υπό ποια ιδιότητα ασκεί το δικαίωμα αυτό ο Α (του οργάνου του νομικού προσώπου ή του πληρεξουσίου της).

3. Αν υποτεθεί ότι ο Β ζήτησε από τον Α να του επιδείξει το έγγραφο με το οποίο του παρέσχε εξουσία καταγγελίας της σύμβασης ο Δ και αυτός δεν του το επέδειξε, τι δικαίωμα έχει ο Β κατά του Δ (δυνάμει ποιας διατάξεως) και με ποια έννομη συνέπεια;

ΘΕΜΑ 2ο:


Ο εργολάβος Ε ανέλαβε την ανέγερση πολυκατοικίας σε οικόπεδο του Κ. Ως αμοιβή συμφωνήθηκε η μεταβίβαση στον Ε από τον Κ της κυριότητας επί ορισμένων διαμερισμάτων και καταστημάτων της πολυκατοικίας, τα οποία αναγράφηκαν επακριβώς στο εργολαβικό συμβόλαιο, ή (εναλλακτικά) το τίμημα από την πώληση των εν λόγω διαμερισμάτων και καταστημάτων σε τρίτους ενδιαφερόμενους αγοραστές, τους οποίους θα υπεδείκνυε στον Κ ο Ε, ο οποίος και θα εισέπραττε απευθείας το τίμημα από αυτούς. Με το ίδιο συμβόλαιο παραχωρήθηκε επίσης στον Κ ανέκκλητη πληρεξουσιότητα να καταρτίζει, μετά την περάτωση του έργου, τις αναφερθείσες πωλήσεις και μεταβιβάσεις προς τους τρίτους ενδιαφερόμενους αγοραστές ο ίδιος ο Ε στο όνομα του Κ. Παρασχέθηκε μάλιστα από τον Κ στον Ε εξουσία ακόμα και να αυτοσυμβάλλεται για την κτήση από αυτόν τον ίδιο (τον Ε), αν το επιθυμούσε, της κυριότητας κάποιων από τα εν λόγω διαμερίσματα.

Ερωτάται:

1. Η μεταξύ των Κ και Ε σύμβαση έργου (την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα 681 ΑΚ) είναι σύμβαση ενοχική ή εμπράγματη, υποσχετική ή εκποιητική;

2. Αν υποτεθεί ότι ο τρίτος ενδιαφερόμενος αγοραστής Α επιθυμεί να συνάψει, όχι οριστική πώληση και μεταβίβαση, αλλά μόνο προσύμφωνο πωλήσεως, υπόκειται αυτό σε ορισμένο τύπο και, αν ναι, σε ποιον τύπο και δυνάμει ποιας διατάξεως του ΑΚ; (Κατά την απάντηση στο ερώτημα να λάβετε υπόψη σας και τα άρθρα 369 και 1033 ΑΚ)

3. Είναι έγκυροι οι αναφερόμενοι στο θέμα όροι α) για το ανέκκλητο της προς τον Ε πληρεξουσιότητας και β) για το δικαίωμα αυτοσύμβασης που αναγνωρίζεται στον Ε;

ΘΕΜΑ 3ο:

Το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) του σωματείου Σ, κάνοντας χρήση σχετικού δικαιώματος του από το καταστατικό, αναθέτει στο μέλος του Μ να εξεύρει κατάλληλο χώρο για την εγκατάσταση των γραφείων του Σ και να διαπραγματευτεί τη μίσθωση του. Ο Μ διαπραγματεύεται με τον Κ, κύριο διαμερίσματος πολυκατοικίας, τη μίσθωση του διαμερίσματος. Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ο Μ παρακάλεσε τον Κ να αναμείνει 2 ημέρες, χωρίς να διαπραγματευτεί με άλλον τη μίσθωση, προκειμένου να υπογράφει το συμφωνητικό μίσθωσης. Όλως, όμως, αυθαιρέτως ο Μ δεν εμφανίστηκε  για να υπογράψει το συμφωνητικό. Ο Κ, εμπιστευόμενος τον Μ, είχε αποκρούσει στο ενδιάμεσο νεότερη πρόσφορα αλλού (του Χ) για τη μίσθωση του διαμερίσματος και υπέστη τελικά ζημία από τη συμπεριφορά αυτή του Μ, δεδομένου ότι το διαμέρισμα παρέμεινε ξενοίκιαστο επί τρεις μήνες, με αποτέλεσμα την αποστέρηση εσόδων που θα είχε ο Κ,  αν είχε εκμισθωθεί το διαμέρισμα του στον Χ.

Ερωτάται:

Α) Αποτελεί το Σ υποκείμενο δίκαιο και, αν ναι, ποια η νομική σημασία αυτού του χαρακτηρισμού;

Β) Ευθύνεται το Σ για τη ζημία του Κ;

Γ) Εάν ο Μ είχε προβεί στην υπογραφή του συμφωνητικού μίσθωσης, θα δέσμευε η σύμβαση αυτή το Σ;

Δ) Αποτελεί η μίσθωση σύμβαση ενοχική η εμπράγματη, υποσχετική η εκποιητική, επαχθή η χαριστική;

Ε) Αν ο Α, μέλος του ΔΣ του Σ, θελήσει να δωρίσει ένα ακίνητο του στο Σ προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση των γραφείων του Σ, δικαιούται ο Α να ψηφίσει στη συνεδρίαση του ΔΣ του Σ κατά τη λήψη τη απόφασης για την αποδοχή της εν λήγω δωρεάς η απαγορεύεται η συμμετοχή του στη σχετική ψηφοφορία;

Πρακτικά φροντιστηριακού μαθήματος στις Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου Ι

ΘΕΜΑ 1ο

Ο Δ, ο οποίος ούτε παιδιά είχε, ούτε γονείς ούτε σύζυγο, όρισε με τη διαθήκη του ότι συνιστά μετά το θάνατό του ίδρυμα, με σκοπό την παροχή αρωγής σε άπορους γέροντες του τόπου καταγωγής του και ότι αφήνει...

...στο ίδρυμα αυτό όλη του την περιουσία.

Ερωτάται:

α) Αν υποτεθεί ότι η διαθήκη του Α ήταν ιδιόγραφη (κατά την έννοια του άρθρου 1721, 1 ΑΚ) , είναι έγκυρη η σύσταση του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 109 ΑΚ ή υφίσταται ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως του κατά νόμον απαιτούμενου για το ίδρυμα τύπου;

β) Με την υπόθεση ότι δεν συντρέχει από την ως άνω (υπό α) αιτία περίπτωση ακυρότητας λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου κατά νόμον τύπου, επάγεται η διαθήκη τη σύσταση του ιδρύματος αμέσως μετά το θάνατο του διαθέτη (κατά τη χρονική στιγμή του θανάτου του Δ) ή όχι; Διευκρινίστε με την απάντησή σας στο εν λόγω ερώτημα και το νόημα του κανόνα του άρθρου 114 ΑΚ και ειδικότερα τι θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή.

γ) Η εμπεριεχόμενη στη διαθήκη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη είναι απευθυντέα ή μη απευθυντέα; Έχει σημασία ο χαρακτηρισμός αυτός για την ερμηνεία  - γενικότερα - των διαθηκών, ως μονομερών δικαιοπραξιών;

ΘΕΜΑ 2ο

Ο βιομήχανος Β απασχολεί στο εργοστάσιό του 50 εργαζομένους, με τους οποίους έχει συνάψει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (χωρίς δηλαδή καθορισμένη στη σύμβαση ημερομηνία λήξης). Οι εργαζόμενοι αυτοί, με πρωτοβουλία του εξ αυτών Ε, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο καλούς και πιο συνεπείς στην άσκηση των καθηκόντων του εργαζομένους, έχουν αρχίσει να συζητούν τη σύσταση επαγγελματικού σωματείου ώστε να μπορούν μέσω αυτού να προασπίζουν αποτελεσματικότερα τα νόμιμα επαγγελματικά τους συμφέροντα έναντι του εργοδότη τους Β. Ο , ο οποίος πληροφορήθηκε την ως άνω κίνηση των εργαζομένων, καθώς και ότι την πρωτοβουλία για την κίνηση αυτή είχε ο Ε, εμφορείται από έντονη αντιπάθεια προς αυτόν. Γι' αυτό και ερώτησε τον δικηγόρο του Δ, αν μπορεί να απολύσει τον Ε, καταγγέλλοντας τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ο Δ απάντησε στον Β ότι, επειδή η σύμβαση εργασίας μεταξύ Β και Ε είναι αορίστου χρόνου, έχει δικαίωμα ο Β να την καταγγείλει εγγράφως με ταυτόχρονη καταβολή στον Ε ενός ποσού αποζημίωσης που προβλέπει ο νόμος και υπολογίζεται με βάση τον χρόνο των έως την καταγγελία υπηρεσιών του Ε στην επιχείρηση του Β.

Ερωτάται:

α) Αν υποτεθεί ότι από τους 50 εργαζομένους στο εργοστάσιο του Β οι 30 επιθυμούν να συστήσουν σωματείο, έχουν αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, ευχέρεια να προβούν στην εν λόγω σύσταση και αν ναι, τι πρέπει να πράξουν για να συσταθεί το σωματείο;

β) Συνιστά η αναγνωριζόμενη στον νόμο δυνατότητα να καταγγείλει, κατά τα ανωτέρω, ο Β τη σύμβαση εργασίας με τον Ε, δικαίωμά του Β και, αν ναι, τι είδους δικαίωμα και πώς ασκείται αυτό;

γ) Συνιστά η κατά τα ως άνω (υπό β) άσκηση της καταγγελίας εκ μέρους του Β δικαιοπραξία και, αν ναι, τι είδους δικαιοπραξία; Πρόκειται ειδικότερα για σύμβαση ή για μονομερή δικαιοπραξία; Διευκρινίστε με την απάντησή σας και αν η δικαιοπραξία αυτή θα είναι, υπό τα δεδομένα του θέματος έγκυρη ή άκυρη και γιατί (με βάση ποιες διατάξεις του ΑΚ);

ΘΕΜΑ 3ο

Ο εργολάβος οικοδομών Ε ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση έναντι του οικοπεδούχου Κ, κυρίου ενός οικοδομήσιμου οικοπέδου στην Αθήνα, να ανεγείρει σε αυτό πολυκατοικία και να πληρωθεί για το έργο του αυτό με την είσπραξη του τιμήματος από την πώληση σε τρίτους ορισμένου αριθμού διαμερισμάτων και καταστημάτων από την πολυκατοικία, τα οποία προσδιόρισαν επακριβώς στη μεταξύ τους σύμβαση οι Κ και Ε και τα οποία ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση ο Κ να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στους υποδεικνυόμενους από τον Ε τρίτους αγοραστές μετά την αποπεράτωσή σων οικοδομικών εργασιών του τελευταίου.

Ερωτάται:

α) Σε ποιες από τις ακόλουθες κατηγορίες συμβάσεων υπάγεται η μεταξύ Κ και Ε σύμβαση έργου, (σύμβαση εργολαβίας) η οποία ορίζεται από τον νομοθέτη του ΑΚ στο άρθρο 681 και η οποία συνήφθη πριν από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών (στις υποσχετικές ή στις εκποιητικές, στις ετεροβαρείς ή στις αμφοτεροβαρείς, στις χαριστικές ή στις επαχθείς, στις συναινετικές ή στις παραδοτικές);

β) Για την πώληση και τη μεταβίβαση των αναφερόμενων στο θέμα διαμερισμάτων και καταστημάτων στους υποδεικνυόμενους από τον Ε τρίτους αγοραστές, μπορεί ο Κ να παράσχει πληρεξουσιότητα στον Ε; Αν ναι, ερωτάται περαιτέρω: αα) αν πρέπει η πληρεξουσιότητα αυτή (λαβαίνοντας υπόψη σας και τις ΑΚ 1033 και 369) να περιβληθεί ορισμένο τύπο και ββ) αν μπορεί η εν λόγω πληρεξουσιότητα, υπό τα δεδομένα του θέματος να είναι αμετάκλητη

γ) Με βάση το γράμμα της προαναφερόμενης  (υπό β) διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ, είναι η περιγραφόμενη στην εν λόγω διάταξη σύμβαση αιτιώδης ή αναιτιώδης; Διευκρινίστε με την απάντησή σας και την πρακτική σημασία του χαρακτηρισμού που καλείσθε να δώσετε στην ως άνω μεταβιβαστική σύμβαση.